Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le clocher
[gender: masculine]
01
καμπαναριό, πύργος της εκκλησίας
tour d'une église où se trouvent les cloches
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
clochers
Παραδείγματα
Le clocher est décoré de fleurs au printemps.
Ο καμπαναριός είναι διακοσμημένο με λουλούδια την άνοιξη.
clocher
01
αποτυγχάνω, δεν λειτουργεί σωστά
avoir un problème, ne pas fonctionner correctement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cloche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
clochons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
clocherai
παθητική μετοχή
cloché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
clochions
Παραδείγματα
Le projet cloche à cause du manque d' argent.
Το έργο παρουσιάζει πρόβλημα λόγω έλλειψης χρημάτων.



























