cliquer
Pronunciation
/klike/

Ορισμός και σημασία του "cliquer"στα γαλλικά

cliquer
01

κλικ, κάνω κλικ

appuyer sur un bouton d'une souris d'ordinateur pour sélectionner ou ouvrir quelque chose
cliquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
clique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cliquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cliquerai
ενεστώτα μετοχή
cliquant
παθητική μετοχή
cliqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cliquions
Παραδείγματα
J' ai oublié de cliquer sur le bouton " Envoyer ".
Ξέχασα να κάνω κλικ στο κουμπί "Αποστολή".
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store