le chroniqueur
chro
kʁɔ
κρο
ni
ni
νι
queur
kœʁ
κœρ

Ορισμός και σημασία του "chroniqueur"στα γαλλικά

Le chroniqueur
01

συνεργάτης στήλης, χρονικογράφος

journaliste ou auteur(e) qui rédige des articles réguliers (chroniques) souvent personnels ou spécialisés, donnant son point de vue sur un sujet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chroniqueurs
αρσενικό ενικό
chroniqueur
θηλυκό ενικό
chroniqueuse
Παραδείγματα
Le chroniqueur sportif  analyse  chaque semaine les matchs de football . 

Ο αθλητικός συνεργάτης αναλύει κάθε εβδομάδα τους αγώνες ποδοσφαίρου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store