le chauffeur
chau
ʃo
σο
ffeur
fœʁ
φœρ

Ορισμός και σημασία του "chauffeur"στα γαλλικά

01

οδηγός, σοφέρ

personne qui conduit un véhicule 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chauffeurs
αρσενικό ενικό
chauffeur
θηλυκό ενικό
chauffeuse
neutral form
conducteur
Παραδείγματα
Le chauffeur conduit la voiture de luxe. 

Ο οδηγός οδηγεί το πολυτελές αυτοκίνητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store