Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chausser
01
φοράω παπούτσια, βάζω παπούτσια
mettre des chaussures ou des bas à ses pieds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chausse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chaussons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chausserai
ενεστώτα μετοχή
chaussant
παθητική μετοχή
chaussé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chaussions
Παραδείγματα
Elle chausse ses bottes pour sortir sous la pluie.
Φοράει τις μπότες της για να βγει έξω στη βροχή.



























