Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chausser
01
φοράω παπούτσια, βάζω παπούτσια
mettre des chaussures ou des bas à ses pieds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chausse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chaussons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chausserai
ενεστώτα μετοχή
chaussant
παθητική μετοχή
chaussé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chaussions
Παραδείγματα
Il chausse des lunettes et des baskets pour son jogging.
Φοράει γυαλιά και αθλητικά παπούτσια για το τζόκινγκ του.



























