chausser
Pronunciation
/ʃose/

Ορισμός και σημασία του "chausser"στα γαλλικά

chausser
01

φοράω παπούτσια, βάζω παπούτσια

mettre des chaussures ou des bas à ses pieds
chausser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chausse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chaussons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chausserai
ενεστώτα μετοχή
chaussant
παθητική μετοχή
chaussé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chaussions
Παραδείγματα
Il chausse des lunettes et des baskets pour son jogging.
Φοράει γυαλιά και αθλητικά παπούτσια για το τζόκινγκ του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store