le chauffage
chau
ʃo
sho
ffage
faʒ
fazh

Ορισμός και σημασία του "chauffage"στα γαλλικά

01

θέρμανση, σύστημα θέρμανσης

système ou dispositif qui sert à réchauffer un lieu 
le chauffage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chauffages
Παραδείγματα
Le chauffage de l'appartement fonctionne au gaz. 

Η θέρμανση του διαμερίσματος λειτουργεί με αέριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store