le chauffage
Pronunciation
/ʃofaʒ/

Ορισμός και σημασία του "chauffage"στα γαλλικά

01

θέρμανση, σύστημα θέρμανσης

système ou dispositif qui sert à réchauffer un lieu
le chauffage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chauffages
Παραδείγματα
Ils ont réglé le chauffage pour qu' il s' allume automatiquement.
Θέρμανση την ρύθμισαν να ανάβει αυτόματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store