Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chatter
01
συνομιλώ διαδικτυακά, κουβεντιάζω στο διαδίκτυο
parler en ligne ou discuter de manière informelle via internet ou messagerie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chatte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chattons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chatterai
ενεστώτα μετοχή
chattant
παθητική μετοχή
chatté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chattions
Παραδείγματα
Nous avons chatter toute la soirée sur internet.
Συνομιλήσαμε όλο το βράδυ στο διαδίκτυο.
Λεξικό Δέντρο
chatter
chat



























