chatter
Pronunciation
/tʃate/

Ορισμός και σημασία του "chatter"στα γαλλικά

chatter
01

συνομιλώ διαδικτυακά, κουβεντιάζω στο διαδίκτυο

parler en ligne ou discuter de manière informelle via internet ou messagerie
chatter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chatte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chattons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chatterai
ενεστώτα μετοχή
chattant
παθητική μετοχή
chatté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chattions
Παραδείγματα
Elle chatte en même temps qu' elle regarde la télévision.
Αυτή συνομιλεί διαδικτυακά ταυτόχρονα που παρακολουθεί τηλεόραση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store