Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chatter
01
συνομιλώ διαδικτυακά, κουβεντιάζω στο διαδίκτυο
parler en ligne ou discuter de manière informelle via internet ou messagerie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
chatte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
chattons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chatterai
ενεστώτα μετοχή
chattant
παθητική μετοχή
chatté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
chattions
Παραδείγματα
Elle chatte en même temps qu' elle regarde la télévision.
Αυτή συνομιλεί διαδικτυακά ταυτόχρονα που παρακολουθεί τηλεόραση.
Λεξικό Δέντρο
chatter
chat



























