Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
changer
01
αλλάζω, αλλάσσω
faire en sorte que quelque chose devienne différent, altérer ou transformer un aspect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
change
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
changeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
changerai
ενεστώτα μετοχή
changeant
παθητική μετοχή
changé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
changions
Παραδείγματα
Nous devons changer la date de la réunion.
Πρέπει να αλλάξουμε την ημερομηνία της συνάντησης.
02
αλλάζω ρούχα, αλλάζομαι
enlever des vêtements et en mettre d'autres
Παραδείγματα
Ils se changent dans les vestiaires.
Αυτοί αλλάζουν ρούχα στα αποδυτήρια.
03
αλλάζω, μεταβάλλω
devenir différent, évoluer avec le temps
Παραδείγματα
La société change avec la technologie.
Η κοινωνία αλλάζει με την τεχνολογία.



























