le cessez-le-feu
cessez
sɛseləfø
seselēfeu
le
feu

Ορισμός και σημασία του "cessez-le-feu"στα γαλλικά

Le cessez-le-feu
01

εκεχειρία, παύση πυρός

l'arrêt temporaire ou définitif des combats entre belligérants 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cessez-le-feu
Παραδείγματα
Les deux pays ont signé un cessez-le-feu. 

Οι δύο χώρες υπέγραψαν εκεχειρία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store