Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cataclysme
[gender: masculine]
01
κατακλυσμός, φυσική καταστροφή
événement naturel violent et destructeur à grande échelle
Παραδείγματα
La région met des années à se remettre de ce cataclysme.
Η περιοχή χρειάζεται χρόνια για να ανακάμψει από αυτή την καταστροφή.
02
κατακλυσμός, ανατροπή
bouleversement social ou politique majeur
Παραδείγματα
Son départ a causé un cataclysme dans l' équipe.
Η αναχώρησή του προκάλεσε κατακλυσμό στην ομάδα.



























