le cataclysme
ca
ka
ka
tac
tak
tak
lysme
lɪsm
lism
catéchismeterrorismemodernismealcoolisme

Ορισμός και σημασία του "cataclysme"στα γαλλικά

01

κατακλυσμός, φυσική καταστροφή

événement naturel violent et destructeur à grande échelle 
le cataclysme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cataclysmes
Παραδείγματα
Le tremblement de terre fut un véritable cataclysme pour la région. 

Ο σεισμός ήταν ένας πραγματικός κατακλυσμός για την περιοχή.

02

κατακλυσμός, ανατροπή

bouleversement social ou politique majeur 
Παραδείγματα
La révolution industrielle fut un cataclysme social. 

Η βιομηχανική επανάσταση ήταν ένας κοινωνικός κατακλυσμός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store