Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cassé
01
σπασμένος, χαλασμένος
qui a perdu son intégrité ou sa continuité, souvent matériellement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus cassé
συγκριτικός βαθμός
plus cassé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cassé
αρσενικό πληθυντικό
cassés
θηλυκό ενικό
cassée
θηλυκό πληθυντικό
cassées
Παραδείγματα
Le vase est cassé, il faut le jeter.
Το βάζο είναι σπασμένο, πρέπει να πεταχτεί.
02
σπασμένος, χαλασμένος
endommagé au point de ne plus servir correctement
Παραδείγματα
La machine à laver est cassée et doit être réparée.
Το πλυντήριο είναι χαλασμένο και πρέπει να επισκευαστεί.



























