Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La caserne
01
στρατώνας, κτίριο στρατώνων
bâtiment où logent les soldats ou les pompiers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
casernes
Παραδείγματα
Les soldats vivent dans la caserne.
Οι στρατιώτες ζουν στο στρατώνα.



























