la casquette
cas
kas
kas
quette
kɛt
ket
cassettecaquette

Ορισμός και σημασία του "casquette"στα γαλλικά

01

καπέλο, σκούφος

un petit chapeau avec une visière qui protège les yeux du soleil 
la casquette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
casquettes
Παραδείγματα
Il porte une casquette bleue pour se protéger du soleil. 

Φοράει μια μπλε casquette για να προστατευτεί από τον ήλιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store