Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La casquette
01
καπέλο, σκούφος
un petit chapeau avec une visière qui protège les yeux du soleil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
casquettes
Παραδείγματα
Il porte une casquette bleue pour se protéger du soleil.
Φοράει μια μπλε casquette για να προστατευτεί από τον ήλιο.



























