Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le casino
01
καζίνο, καζίνο τυχερών παιχνιδιών
lieu public ou privé où l'on peut jouer à des jeux de hasard tels que la roulette, le blackjack, le poker ou les machines à sous
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
casinos
Παραδείγματα
Ils ont passé la soirée au casino.
Πέρασαν το βράδυ στο καζίνο.



























