Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le casque
01
κράνος, προστατευτική κεφαλοφόρα
objet porté sur la tête pour protéger contre les blessures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
casques
Παραδείγματα
Le casque est obligatoire pour la sécurité.
Το κράνος είναι υποχρεωτικό για την ασφάλεια.
02
ακουστικά, ακουστικά κεφαλής
appareil que l'on porte sur les oreilles pour écouter du son
Παραδείγματα
Elle a acheté un nouveau casque pour son ordinateur.
Αγόρασε ένα νέο ακουστικό για τον υπολογιστή της.



























