caritatif
ca
ka
κα
ri
ʁi
ρι
ta
ta
τα
tif
tiv
τιβ

Ορισμός και σημασία του "caritatif"στα γαλλικά

01

φιλανθρωπικός, ελεημονικός

qui aide les personnes dans le besoin 
caritatif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
caritatif
αρσενικό πληθυντικό
caritatifs
θηλυκό ενικό
caritative
θηλυκό πληθυντικό
caritatives
θεματικό πεδίο
aide, social, religion
Παραδείγματα
Une organisation caritative a distribué de la nourriture. 

Ένας φιλανθρωπικός οργανισμός μοίρασε τρόφιμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store