caritatif
Pronunciation
/kaʀitatif/

Ορισμός και σημασία του "caritatif"στα γαλλικά

01

φιλανθρωπικός, ελεημονικός

qui aide les personnes dans le besoin
caritatif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
caritatif
αρσενικό πληθυντικό
caritatifs
θηλυκό ενικό
caritative
θηλυκό πληθυντικό
caritatives
Παραδείγματα
Cette fondation mène des actions caritatives partout dans le monde.
Αυτό το ίδρυμα διεξάγει φιλανθρωπικές δράσεις σε όλο τον κόσμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store