le cardio
Pronunciation
/kaʁdjo/

Ορισμός και σημασία του "cardio"στα γαλλικά

Le cardio
[gender: masculine]
01

καρντιο, καρδιαγγειακή άσκηση

exercice physique visant à améliorer l'endurance et la santé du cœur
le cardio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Faire du cardio régulièrement améliore l' endurance.
Το να κάνεις καρδιο τακτικά βελτιώνει την αντοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store