caresser
Pronunciation
/kaʀese/

Ορισμός και σημασία του "caresser"στα γαλλικά

caresser
01

χαϊδεύω, αγαπώ με αφή

toucher doucement avec affection ou tendresse
caresser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
caresse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
caressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
caresserai
ενεστώτα μετοχή
caressant
παθητική μετοχή
caressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
caressions
Παραδείγματα
Elle caresse son chien derrière les oreilles.
Αυτή χαϊδεύει το σκυλί της πίσω από τα αυτιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store