Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caresser
01
χαϊδεύω, αγαπώ με αφή
toucher doucement avec affection ou tendresse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
caresse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
caressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
caresserai
ενεστώτα μετοχή
caressant
παθητική μετοχή
caressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
caressions
Παραδείγματα
Elle caresse doucement les cheveux de son bébé.
Αυτή χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά του μωρού της.



























