Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caroncule
[gender: feminine]
01
excroissance charnue sur la tête ou le cou de certains oiseaux, comme le coq ou la dinde
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
caroncules
Παραδείγματα
La caroncule devient plus visible pendant la saison de reproduction.



























