Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le carreau
[gender: masculine]
01
πλακάκι, κέραμος
petit élément plat, souvent en céramique, pierre ou verre, utilisé pour recouvrir un sol, un mur ou une surface décorative
Παραδείγματα
Elle a choisi des carreaux décoratifs pour le mur.
Επέλεξε διακοσμητικά πλακάκια για τον τοίχο.
02
καρό, ρόμβος
symbole représentant les carreaux dans un jeu de cartes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carreaux
Παραδείγματα
Les carreaux du jeu sont faciles à distinguer.
Καρό στο παιχνίδι είναι εύκολο να διακριθούν.



























