Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La carpe
[gender: feminine]
01
κυπρίνος, χρυσόψαρο
poisson d'eau douce, souvent gros, au corps trapu et écailleux, vivant dans les étangs, rivières ou lacs, et apprécié pour sa chair
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
carpes
Παραδείγματα
On élève des carpes pour la consommation ou pour les concours de pêche.
Καλλιεργούνται κυπρίνοι για κατανάλωση ή για διαγωνισμούς αλιείας.
02
استخوان مچ دست



























