la capitale
Pronunciation
/kapital/

Ορισμός και σημασία του "capitale"στα γαλλικά

01

πρωτεύουσα, κέντρο της κυβέρνησης

ville principale d'un pays, où se trouvent souvent les institutions gouvernementales
la capitale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capitales
Παραδείγματα
Le gouvernement siège dans la capitale.
Η κυβέρνηση κάθεται στην πρωτεύουσα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store