Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
capital
01
κύριος, θεμελιώδης
très important, essentiel ou fondamental
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus capital
συγκριτικός βαθμός
plus capital
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
capital
αρσενικό πληθυντικό
capitaux
θηλυκό ενικό
capitale
θηλυκό πληθυντικό
capitales
Παραδείγματα
La décision du tribunal est capitale pour l' avenir de l' entreprise.
Η απόφαση του δικαστηρίου είναι κρίσιμη για το μέλλον της εταιρείας.
Le capital
[gender: masculine]
01
κεφάλαιο
argent ou biens possédés et utilisés pour créer de la richesse ou développer une entreprise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
capitaux
Παραδείγματα
La gestion du capital permet d' optimiser les ressources de l' entreprise.
Η διαχείριση του κεφαλαίου επιτρέπει τη βελτιστοποίηση των πόρων της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
capital
capit



























