Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La capacité
01
χωρητικότητα, όγκος
volume ou espace disponible pour contenir quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capacités
Παραδείγματα
La capacité de ce réservoir est de 500 litres.
Η χωρητικότητα αυτής της δεξαμενής είναι 500 λίτρα.
02
ικανότητα, χωρητικότητα
aptitude ou possibilité de faire quelque chose
Παραδείγματα
Elle a la capacité de résoudre des problèmes complexes.
Έχει την ικανότητα να επιλύει πολύπλοκα προβλήματα.



























