Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le buste
01
κορμός, στήθος
torse d'une personne, de la tête jusqu'à la taille, sans les jambes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bustes
Παραδείγματα
Le mannequin présente un buste musclé.
Το ανδρείκελο παρουσιάζει ένα μυώδες μπάστο.
02
προτομή, γλυπτό προτομής
statue ou sculpture représentant uniquement la tête et le torse d'une personne
Παραδείγματα
Le musée expose un buste de Napoléon.
Το μουσείο εκθέτει ένα προτομή του Ναπολέοντα.



























