Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brûlé
01
καμένος, ανθρακωμένος
qui a été exposé à une chaleur excessive, souvent pour les aliments ou matériaux, entraînant une carbonisation ou une cuisson trop forte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus brûlé
συγκριτικός βαθμός
plus brûlé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
brûlé
αρσενικό πληθυντικό
brûlés
θηλυκό ενικό
brûlée
θηλυκό πληθυντικό
brûlées
Παραδείγματα
Il a retiré le gâteau car il était trop brûlé.
Αφαίρεσε το κέικ γιατί ήταν πολύ καμένο.
Le brûlé
01
μυρωδιά καμένου, μυρωδιά καψίματος
odeur ou goût caractéristique d'un aliment, objet ou matériau qui a été brûlé
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il a essayé de masquer le brûlé avec des herbes.
Προσπάθησε να καλύψει το καμένο άρωμα με βότανα.



























