Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le buffet
01
μπουφές, πλευρικό έπιπλο
meuble où l'on range la vaisselle, les couverts et parfois des nappes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
buffets
Παραδείγματα
Le buffet de la salle à manger est rempli de vaisselle.
Το μπουφέ στην τραπεζαρία είναι γεμάτο πιάτα.
02
μπουφές, ανοιχτή τράπεζα
table où l'on sert les plats, souvent lors d'un repas collectif
Παραδείγματα
Le buffet du mariage était très bien garni.
Το μπουφέ στο γάμο ήταν πολύ καλά εφοδιασμένο.



























