le bruit
bruit
bʁɥi
brüi
rugbyhardimagiepuits

Ορισμός και σημασία του "bruit"στα γαλλικά

01

θόρυβος, δυσάρεστος ήχος

son désagréable ou fort 
le bruit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bruits
Παραδείγματα
Le bruit de la circulation est très fort. 

Ο θόρυβος της κυκλοφορίας είναι πολύ δυνατός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store