Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bruit
[gender: masculine]
01
θόρυβος, δυσάρεστος ήχος
son désagréable ou fort
Παραδείγματα
Le bruit vient de la rue.
Ο θόρυβος προέρχεται από το δρόμο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
θόρυβος, δυσάρεστος ήχος