bondir
Pronunciation
/bɔ̃dˈiʁ/

Ορισμός και σημασία του "bondir"στα γαλλικά

bondir
01

πηδώ, εφορμώ

se déplacer rapidement, souvent en courant ou en sautant
bondir definition and meaning
Παραδείγματα
Le lièvre bondit à travers la prairie pour échapper au renard.
Ο λαγός πηδά μέσα από το λιβάδι για να ξεφύγει από την αλεπού.
02

να πηδάει γρήγορα ή με δύναμη

sauter rapidement ou avec force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bondis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bondissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bondirai
παθητική μετοχή
bondi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bondissions
Παραδείγματα
Le lièvre bondit pour échapper au renard.
Ο λαγός πηδάει για να ξεφύγει από την αλεπού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store