Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bondir
01
πηδώ, εφορμώ
se déplacer rapidement, souvent en courant ou en sautant
Παραδείγματα
L'enfant bondit vers la porte pour attraper le ballon .
Το παιδί πετάγεται προς την πόρτα για να πιάσει την μπάλα.
02
να πηδάει γρήγορα ή με δύναμη
sauter rapidement ou avec force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bondis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bondissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bondirai
παθητική μετοχή
bondi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bondissions
Παραδείγματα
Le chat bondit sur la table pour attraper la souris.
Η γάτα πηδά στο τραπέζι για να πιάσει το ποντίκι.



























