Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bond
01
άλμα, πηδημα
saut ou mouvement brusque en hauteur ou en avant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bonds
Παραδείγματα
Les athlètes s' entraînent pour améliorer leur bond en longueur.
Οι αθλητές προπονούνται για να βελτιώσουν το άλμα τους σε μήκος.
02
άλμα
montée rapide ou soudaine d'un chiffre, d'une valeur ou d'une mesure
Παραδείγματα
Le bond du taux de chômage est préoccupant.
Το άλμα του ποσοστού ανεργίας είναι ανησυχητικό.
Λεξικό Δέντρο
rebond
bond



























