Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bon marché
01
φθηνός, οικονομικός
qui coûte peu d'argent, pas cher
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bon marché
συγκριτικός βαθμός
plus bon marché
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bon marché
αρσενικό πληθυντικό
bons marchés
θηλυκό ενικό
bon marché
θηλυκό πληθυντικό
bons marchés
Παραδείγματα
Ce restaurant propose des plats bon marché.
Αυτό το εστιατόριο προσφέρει φθηνά πιάτα.



























