le bombardement
bombardement
bɔ̃baʁdəmɑ̃
bawbardēmaa

Ορισμός και σημασία του "bombardement"στα γαλλικά

Le bombardement
01

βομβαρδισμός, αεροπορική επίθεση

l'action de lancer des bombes sur un lieu ou une cible 
le bombardement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bombardements
Παραδείγματα
Le bombardement de la ville a causé de nombreux dégâts. 

Ο βομβαρδισμός της πόλης προκάλεσε πολλές ζημιές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store