Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baragouiner
01
τραυλίζω, μιλώ αδέξια
s'exprimer maladroitement dans une langue étrangère ou incomprise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
baragouine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
baragouinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
baragouinerai
ενεστώτα μετοχή
baragouinant
παθητική μετοχή
baragouiné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
baragouinions
Παραδείγματα
Il baragouinait quelque chose que personne ne comprenait.
Μουρμούριζε κάτι που κανείς δεν καταλάβαινε.



























