baragouiner
baragouiner
baʁagwine
baragvine

Ορισμός και σημασία του "baragouiner"στα γαλλικά

baragouiner
01

τραυλίζω, μιλώ αδέξια

s'exprimer maladroitement dans une langue étrangère ou incomprise 
baragouiner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
baragouine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
baragouinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
baragouinerai
ενεστώτα μετοχή
baragouinant
παθητική μετοχή
baragouiné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
baragouinions
Παραδείγματα
Il baragouine un peu d'anglais mais on le comprend. 

Ψελλίζει λίγα αγγλικά αλλά τον καταλαβαίνουμε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store