Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bar
01
μπαρ, ταβέρνα
établissement où l'on sert des boissons alcoolisées
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bars
Παραδείγματα
Nous allons au bar ce soir.
Πηγαίνουμε στο μπαρ απόψε.
02
λαβράκι, σιγκρί
poisson de mer apprécié pour sa chair, souvent pêché en Méditerranée
Παραδείγματα
Le bar est un poisson très apprécié en cuisine.
Ο μπαρ είναι ένα πολύ εκτιμώμενο ψάρι στην κουζίνα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
barrage
bar



























