Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baptiser
01
βαπτίζω, παρέχω το μυστήριο του βαπτίσματος
administrer le sacrement du baptême dans la tradition chrétienne (rituel d'initiation par l'eau)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
baptise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
baptisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
baptiserai
ενεστώτα μετοχή
baptisant
παθητική μετοχή
baptisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
baptisions
Παραδείγματα
Le prêtre va baptiser l'enfant dimanche.
Ο ιερέας θα βαπτίσει το παιδί την Κυριακή.
02
βαπτίζω, ονομάζω
donner un nom à une personne, un objet ou un lieu
Παραδείγματα
Ils ont baptisé leur fils "Adam".
Βάφτισαν τον γιο τους "Αδάμ".



























