Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La balançoire
[gender: feminine]
01
κούνια, κούνια αναπαύσεως
siège suspendu par des cordes ou des chaînes, sur lequel on se balance
Παραδείγματα
Les balançoires doivent être bien fixées.
Οι κούνιες πρέπει να είναι καλά στερεωμένες.



























