la balançoire
balançoire
balɑ̃swaʁ
balaasvar

Ορισμός και σημασία του "balançoire"στα γαλλικά

La balançoire
01

κούνια, κούνια αναπαύσεως

siège suspendu par des cordes ou des chaînes, sur lequel on se balance 
la balançoire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
balançoires
Παραδείγματα
Les enfants jouent sur la balançoire du parc. 

Τα παιδιά παίζουν στην κούνια του πάρκου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store