aveugler
a
a
a
veug
vœg
voeg
ler
le
le

Ορισμός και σημασία του "aveugler"στα γαλλικά

aveugler
01

τυφλώνω, εκτυφλώνω

rendre incapable de voir, temporairement ou définitivement 
aveugler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aveugle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aveuglons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aveuglerai
ενεστώτα μετοχή
aveuglant
παθητική μετοχή
aveuglé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aveuglions
Παραδείγματα
Le soleil m'a aveuglé pendant un moment. 

Ο ήλιος με τυφλώνει για μια στιγμή.

02

τυφλώνω, σκοτίζω το μυαλό

priver de raison ou de jugement 
Παραδείγματα
La colère l'a aveuglé et il a pris une mauvaise décision. 

Ο θυμός τον τύφλωσε και πήρε μια κακή απόφαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store