Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aveugler
01
τυφλώνω, εκτυφλώνω
rendre incapable de voir, temporairement ou définitivement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aveugle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aveuglons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aveuglerai
ενεστώτα μετοχή
aveuglant
παθητική μετοχή
aveuglé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aveuglions
Παραδείγματα
La blancheur de la neige aveuglait les alpinistes.
Η λευκότητα του χιονιού τυφλώνει τους ορειβάτες.
02
τυφλώνω, σκοτίζω το μυαλό
priver de raison ou de jugement
Παραδείγματα
Les préjugés nous aveuglent souvent.
Οι προκαταλήψεις συχνά μας τυφλώνουν.



























