aveugler
Pronunciation
/avœgle/

Ορισμός και σημασία του "aveugler"στα γαλλικά

aveugler
01

τυφλώνω, εκτυφλώνω

rendre incapable de voir, temporairement ou définitivement
aveugler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aveugle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aveuglons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aveuglerai
ενεστώτα μετοχή
aveuglant
παθητική μετοχή
aveuglé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aveuglions
Παραδείγματα
La blancheur de la neige aveuglait les alpinistes.
Η λευκότητα του χιονιού τυφλώνει τους ορειβάτες.
02

τυφλώνω, σκοτίζω το μυαλό

priver de raison ou de jugement
Παραδείγματα
Les préjugés nous aveuglent souvent.
Οι προκαταλήψεις συχνά μας τυφλώνουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store