l'aversion
aversion
avɛʁsjɔ̃
aversyaw

Ορισμός και σημασία του "aversion"στα γαλλικά

01

απέχθεια, αηδία

un sentiment de forte répulsion ou de dégoût 
l'aversion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aversions
Παραδείγματα
Il éprouve une aversion pour les mensonges. 

Αισθάνεται απέχθεια για τα ψέματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

aversion
avers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store