Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avertir
01
mettre quelqu'un au courant d'un danger ou d'un fait
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
avertis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
avertissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
avertirai
παθητική μετοχή
averti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
avertissions
Παραδείγματα
Il avertit ses collègues du risque d'accident.
02
προειδοποιώ, ειδοποιώ
attirer l'attention de quelqu'un sur un problème ou un fait important
Παραδείγματα
Le panneau avertit les conducteurs d'un virage dangereux.
Η πινακίδα προειδοποιεί τους οδηγούς για μια επικίνδυνη στροφή.



























