Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avertir
01
mettre quelqu'un au courant d'un danger ou d'un fait
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
avertis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
avertissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
avertirai
παθητική μετοχή
averti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
avertissions
Παραδείγματα
Ils avertissent la population en cas d' inondation.
02
προειδοποιώ, ειδοποιώ
attirer l'attention de quelqu'un sur un problème ou un fait important
Παραδείγματα
Il avertit les voisins du bruit de la fête.
Προειδοποιεί τους γείτονες για τον θόρυβο του πάρτι.



























