aveugle
a
a
a
veugle
vœgl
voegl

Ορισμός και σημασία του "aveugle"στα γαλλικά

01

τυφλός, αόρατος

qui est privé de la vue 
aveugle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus aveugle
συγκριτικός βαθμός
plus aveugle
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aveugle
αρσενικό πληθυντικό
aveugles
θηλυκό ενικό
aveugle
θηλυκό πληθυντικό
aveugles
Παραδείγματα
Elle est aveugle de naissance. 

Είναι τυφλή από τη γέννησή της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store