Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avaler
01
καταπίνω, καταβροχθίζω
faire entrer un aliment ou un liquide dans l'estomac
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
avale
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
avalons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
avalerai
ενεστώτα μετοχή
avalant
παθητική μετοχή
avalé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
avalions
Παραδείγματα
Il a avalé le médicament sans eau.
Κατάπιε το φάρμακο χωρίς νερό.
02
καταπίνω, αποδέχομαι σιωπηλά
accepter une décision ou une critique sans se défendre
Παραδείγματα
Il a avalé les critiques sans rien dire.
Κατάπιε τις κριτικές χωρίς να πει τίποτα.



























