Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'attention
01
προσοχή, συγκέντρωση
état d'être vigilant ou concentré
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il écoute avec attention le professeur.
Ακούει τον δάσκαλο με προσοχή.
Λεξικό Δέντρο
inattention
attention
attent



























