l'attention
attention
atɑ̃sjɔ̃
ataasyaw

Ορισμός και σημασία του "attention"στα γαλλικά

01

προσοχή, συγκέντρωση

état d'être vigilant ou concentré 
l'attention definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il écoute avec attention le professeur. 

Ακούει τον δάσκαλο με προσοχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inattention
attention
attent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store