l'atrocité
at
at
at
ro
ʁɔ
raw
cité
site
site
relâcherorchidéesinistrélucidité

Ορισμός και σημασία του "atrocité"στα γαλλικά

01

αγριότητα, βιαιότητα

acte de violence extrême ou de cruauté envers quelqu'un ou un groupe 
l'atrocité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
atrocités
Παραδείγματα
L'atrocité de la guerre a choqué le monde entier. 

Η θηριωδία του πολέμου σόκαρε όλο τον κόσμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store