l'arrosage
arrosage
aʁozɑ:ʒ
arozaazh
arrivagearrimage

Ορισμός και σημασία του "arrosage"στα γαλλικά

01

πότισμα, άρδευση

action d'apporter de l'eau aux plantes ou à la terre 
l'arrosage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'arrosage du jardin prend une heure chaque soir. 

Το πότισμα του κήπου διαρκεί μια ώρα κάθε βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store