Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'arrosage
01
πότισμα, άρδευση
action d'apporter de l'eau aux plantes ou à la terre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'arrosage du jardin prend une heure chaque soir.
Το πότισμα του κήπου διαρκεί μια ώρα κάθε βράδυ.



























