Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arranger
01
οργανώνω, τακτοποιώ
mettre quelque chose en bon ordre ou dans une disposition agréable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
arrange
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
arrangeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
arrangerai
ενεστώτα μετοχή
arrangeant
παθητική μετοχή
arrangé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
arrangions
Παραδείγματα
J' arrange mes livres par couleur.
Τακτοποιώ τα βιβλία μου ανά χρώμα.
02
οργανώνω, τακτοποιώ
rendre quelque chose plus beau ou mieux présenté
Παραδείγματα
Je t' arrange un peu ton col.
Διορθώνω λίγο το γιακά σου.
03
διασκευάζω, προσαρμόζω
adapter une musique ou un morceau pour un autre style ou ensemble
Παραδείγματα
J' arrange ces notes pour en faire un duo.
Διατάσσω αυτές τις νότες για να φτιάξω ένα ντουέτο.



























