Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arranger
01
οργανώνω, τακτοποιώ
mettre quelque chose en bon ordre ou dans une disposition agréable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
arrange
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
arrangeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
arrangerai
ενεστώτα μετοχή
arrangeant
παθητική μετοχή
arrangé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
arrangions
Παραδείγματα
Elle arrange les fleurs dans un vase.
Αυτή τακτοποιεί τα λουλούδια σε ένα βάζο.
02
οργανώνω, τακτοποιώ
rendre quelque chose plus beau ou mieux présenté
Παραδείγματα
Elle arrange ses cheveux avant de sortir.
Τακτοποιεί τα μαλλιά της πριν βγει.
03
διασκευάζω, προσαρμόζω
adapter une musique ou un morceau pour un autre style ou ensemble
Παραδείγματα
Le compositeur arrange une chanson pour orchestre.
Ο συνθέτης ενορχηστρώνει ένα τραγούδι για ορχήστρα.



























